ησυχαστικός

ησυχαστικός
-ή, -ό (Μ ἡσυχαστικός, -ή, -όν) [ησυχαστής]
νεοελλ.
1. αυτός που χρησιμεύει ή συντελεί στην καθησύχαση, καταπραϋντικός, καθησυχαστικός, ανακουφιστικός («ησυχαστικές ειδήσεις»)
2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους μοναχούς ή στους ησυχαστές και στα δόγματα τους
μσν.
1. ήσυχος, μοναχικός, ειρηνικός
2. προσεκτικός («κι' ἀκρόσ' ἡσυχαστική δῶσ' μου», Σουμμ.).
επίρρ...
ησυχαστικώς και -ά (Μ ἡσυχαστικῶς και -ά)
νεοελλ.
με καθησυχαστικό τρόπο, καταπραϋντικά
μσν.
κατά τον τρόπο των μοναχών ή τών ησυχαστών.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • ἡσυχαστικός — soothing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ησυχαστικός — ή, ό αυτός που καθησυχάζει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἡσυχαστικά — ἡσυχαστικός soothing neut nom/voc/acc pl ἡσυχαστικά̱ , ἡσυχαστικός soothing fem nom/voc/acc dual ἡσυχαστικά̱ , ἡσυχαστικός soothing fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡσυχαστικωτέρων — ἡσυχαστικός soothing fem gen comp pl ἡσυχαστικός soothing masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡσυχαστικόν — ἡσυχαστικός soothing masc acc sg ἡσυχαστικός soothing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡσυχαστικοί — ἡσυχαστικός soothing masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡσυχαστικοῦ — ἡσυχαστικός soothing masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡσυχαστικῷ — ἡσυχαστικός soothing masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡσυχαστικωτέρας — ἡσυχαστικωτέρᾱς , ἡσυχαστικός soothing fem acc comp pl ἡσυχαστικωτέρᾱς , ἡσυχαστικός soothing fem gen comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ВАСИЛИЙ ВЕЛИКИЙ — [греч. Βασίλειος ὁ Μέγας] (329/30, г. Кесария Каппадокийская (совр. Кайсери, Турция) или г. Неокесария Понтийская (совр. Никсар, Турция) 1.01.379, г. Кесария Каппадокийская), свт. (пам. 1 янв., 30 янв. в Соборе 3 вселенских учителей и святителей; …   Православная энциклопедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”